αυξανόμενος -η -ο Adj.  [afksanomenos -i -o, ayksanomenos -h -o]

  Adj.
(19)
  Adj.
(1)

GriechischDeutsch
Κατά τη διαδικασία αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο αυξανόμενος ρόλος της Ασίας ως εταίρου της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας.Dabei sollte die zunehmend wichtige Rolle Asiens als Partner der Union auf dem Gebiet der Sicherheit berücksichtigt werden.

Übersetzung bestätigt

Ωστόσο, υπάρχει ένας αυξανόμενος όγκος εμπειρικών στοιχείων που τονίζει τις δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις ορισμένων περιορισμών στη διαφήμιση18.Allerdings liegen zunehmend empirische Forschungen vor, welche die potenziell negativen Auswirkungen bestimmter Werbebeschränkungen aufzeigen18.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, υφίσταται αυξανόμενος κίνδυνος άμεσης ή έμμεσης επιβολής αρμοδιοτήτων αστυνόμευσης σε πληρώματα πλοίων και σε λιμενικές αρχές, οι οποίες υπό φυσιολογικές συνθήκες αποτελούν καθήκον των κρατικών αρχών.Außerdem besteht zunehmend die Gefahr, den Schiffs­besatzungen und der Hafenverwaltung direkt oder indirekt Polizeiaufgaben zu über­tragen, die eigentlich Sache des Staates sind.

Übersetzung bestätigt

Δεδομένου ότι ένας αυξανόμενος αριθμός επιχειρήσεων θεωρεί τα ΔΔΙ τους ως διαπραγματεύσιμα στοιχεία ενεργητικού, η διαχείριση των ΔΔΙ και των χαρτοφυλακίων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τείνει να αποτελέσει ένα σημαντικό μέρος των εμπορικών στρατηγικών.Da viele Unternehmen ihre Rechte an geistigem Eigentum zunehmend als handelbare Vermögenswerte betrachten, wird die Verwaltung des Bestandes an Patenten und sonstigen Schutzrechten zu einem immer wichtigeren Teil der Unternehmensstrategie.

Übersetzung bestätigt

Ο αυξανόμενος εμπορικός προσανατολισμός των ΦΠΚΥ (π.χ., ατομικές συμβάσεις με πελάτες που παράγουν μεγάλη ποσότητα αλληλογραφίας) συνεπάγεται κινδύνους μειωμένης διαφάνειας και πιθανών διακρίσεων.Die zunehmend kommerzielle Ausrichtung der Universaldienstleister (z.B. Einzelverträge mit Großkunden) birgt das Risiko einer geringeren Transparenz und einer potenziellen Diskriminierung.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • αυξανόμενος (maskulin)
  • αυξανόμενη (feminin)
  • αυξανόμενο (neutrum)


Griechische Definition zu αυξανόμενος -η -ο

αυξανόμενος, -η, -ο [afksanόmenos] (L)

increasing, growing (syn αυξάνων, αυξούμενος, αύξων):
αυξανόμενος -η -ο πληθωρισμός, πλούτος, ρυθμός |
αυξανόμενη διαμάχη, ένταση, μετανάστευση, ταχύτητα,φήμη |
αυξανόμενες ανάγκες, απαιτήσεις, ελλείψεις, επενδύσεις |
αυξανόμενο κόστος, πλήθος |
συνεχώς αυξανόμενος -η -ο αριθμός των ανειδίκευτων εργατών |
αυξανόμενη πολεμική δύναμη |
αυξανόμενη ψυχρότητα ανάμεσα στις δύο χώρες |
αυξανόμενη ανησυχία στους κόλπους της συμμαχίας |
ο μικρός ναός δεν μπορούσε πια να χωρέσει τους διαρκώς αυξανόμενους πιστούς |
ο τυμπανισμός των ποδαριών μεταλλάζει σε βοή ρυθμικά αυξανόμενη (Karagatsis) |
η παραγωγή ατομικών όπλων απορροφά ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος του εθνικού εισοδήματος (Angelop) |
δεν αντιδρούσαν στην αυξανόμενη εξάρτηση της χώρας από το ξένο κεφάλαιο (Zachareas) |
εγκαταλείπονται στην ασυγκράτητα αυξανόμενη θέρμη τους (Chatzinis)
[fr kath αυξανόμενος, prpmi of αυξάνω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback